Ανακαλύφθηκαν οικισμοί ενός χαμένου προ-ισπανικού πολιτισμού στα βάθη του Αμαζονίου

Η αναζήτηση του Ελ Ντοράντο, ενός φανταστικού τόπου στο βόρειο τμήμα της Νότιας Αμερικής, στον οποίο πίστευαν ότι υπήρχε χρυσός και ανεξάντλητα πλούτη, παρέσυρε πολλούς Ισπανούς εξερευνητές και ορισμένοι από αυτούς δεν επέστρεψαν ποτέ. Tο 1925, ο Βρετανός εξερευνητής Πέρσι Φόσετ εξαφανίστηκε κάτω από άγνωστες συνθήκες κατά τη διάρκεια μιας αποστολής για την εύρεση της «Z», μιας αρχαίας χαμένης πόλης στις αχαρτογράφητες ζούγκλες της Βραζιλίας, την οποία ο ίδιος και άλλοι πίστευαν ότι ήταν το Ελ Ντοράντο.

Τώρα, χάρη σε μια τεχνολογία, οι επιστήμονες ανακάλυψαν τα ίχνη ενός χαμένου προ-ισπανικού πολιτισμού, αποδεικνύοντας ότι η περιοχή θα μπορούσε να συντηρήσει έναν μεγάλο πληθυσμό, σύμφωνα με μια νέα μελέτη. Τα ευρήματα της μελέτης δείχνουν ότι οι Καζαράμπε (Casarabe) που ζούσαν στην περιοχή Llanos de Mojos της λεκάνης του Αμαζονίου μεταξύ 500 και 1400 μ.Χ. ήταν πολύ περισσότεροι από ό,τι πίστευαν οι αρχαιολόγοι και ότι είχαν αναπτύξει έναν πολιτισμό που ήταν εξαιρετικά προσαρμοσμένος στο μοναδικό περιβάλλον στο οποίο ζούσαν, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Nature».

Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν τεχνολογία τηλεπισκόπησης με βάση το φως (lidar) για να εντοπίσουν τα ερείπια του τεράστιου αστικού οικισμού γύρω από την Llanos de Mojos που εγκαταλείφθηκε πριν από περίπου 600 χρόνια. Οι νέες εικόνες αποκάλυψαν αστικά κέντρα που διαθέτουν μνημειώδη αρχιτεκτονική πλατφορμών και πυραμίδων. Ανυψωμένες οδοί συνέδεαν έναν αστερισμό προαστιακών οικισμών, οι οποίοι εκτείνονταν για χιλιόμετρα σε ένα τοπίο που διαμορφωνόταν από ένα τεράστιο σύστημα ελέγχου και διανομής νερού με δεξαμενές και κανάλια.

«Εάν περπατήσεις μία ώρα μπορείς να φτάσεις σε έναν άλλο οικισμό», δήλωσε στο Live Science ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης Χέικο Προύμερς, αρχαιολόγος στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Βόννης.

«Αυτό είναι ένα σημάδι ότι η περιοχή αυτή ήταν πολύ πυκνοκατοικημένη κατά τους προϊσπανικούς χρόνους». Ο Προύμερς και οι συνάδελφοί του μελετούν τα ερείπια Casarabe στην περιοχή, που σήμερα ανήκει στη Βολιβία, για περισσότερα από 20 χρόνια. Η περιοχή Llanos de Mojos είναι μια πεδινή τροπική σαβάνα στα νοτιοδυτικά της λεκάνης του Αμαζονίου. Έχει διακριτές υγρές και ξηρές εποχές κάθε χρόνο και κατά τη διάρκεια της περιόδου των βροχών μεταξύ Νοεμβρίου και Απριλίου μεγάλο μέρος της περιοχής πλημμυρίζει για μήνες κάθε φορά.

Το 16ο αιώνα οι Ισπανοί ιεραπόστολοι βρήκαν μόνο απομονωμένες κοινότητες να ζουν εκεί και οι επιστήμονες υπέθεταν ότι ο προϊσπανικός πληθυσμός της περιοχής ήταν ο ίδιος. Τη δεκαετία του 1960 βρέθηκαν χωματουργικά έργα, αλλά πολλοί επιστήμονες αμφισβήτησαν αν επρόκειτο για ερείπια ή φυσικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο, οι τελευταίες ανακαλύψεις καταρρίπτουν τελικά την ιδέα ότι η περιοχή ήταν αραιοκατοικημένη.

Οι οικισμοί συνδέονταν με δρόμους και διαβάσεις και είχαν χτιστεί σε ομόκεντρους κύκλους γύρω από τα δύο μεγάλα αστικά κέντρα στην Cotoca και την Landívar. Αν και οι δύο ήταν γνωστές στο παρελθόν, η πραγματική τους έκταση αποκαλύφθηκε τώρα από τα lidar.

Στις δυο τοποθεσίες βρέθηκαν τεράστια κτίρια και κωνικές πυραμίδες ύψους άνω των 20 μέτρων. Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των ανθρώπων του Casarabe είναι άγνωστες, αλλά η μελέτη αποκαλύπτει ότι οι πλατφόρμες και οι πυραμίδες είχαν προσανατολισμό προς τα βόρεια-βορειοδυτικά – την ίδια κατεύθυνση με τις ταφές που έχουν βρεθεί. «Άρα πρέπει να υπήρχε μια κοσμοθεωρία, αλλά δεν γνωρίζουμε τίποτα γι’ αυτήν», σημείωσε ο Προύμερς.

(H. Prümers / German Archaeological Institute)

Χαμένος πολιτισμός

Ένα ασυνήθιστο χαρακτηριστικό των οικισμών είναι ότι οι Casarabe τους έχτισαν μέσα σε μια τεράστια υποδομή από κανάλια και δεξαμενές για τη διαχείριση του νερού. Αυτές οι υδάτινες οδοί αντιπροσώπευαν μια σημαντική επένδυση στη διαχείριση του τοπίου και την κινητοποίηση του εργατικού δυναμικού, έγραψαν οι ερευνητές στη μελέτη.

Ο Προύμερς εκτιμά ότι το σύστημα αυτό μπορεί να χρησιμοποιήθηκε για τον έλεγχο των εποχιακών πλημμυρών της περιοχής, ώστε να επιτραπεί η καλλιέργεια καλαμποκιού και άλλων καλλιεργειών σε υπερυψωμένες περιοχές και είναι πιθανό ορισμένες δεξαμενές να χρησιμοποιήθηκαν για την εκτροφή ψαριών, τα οποία θα αποτελούσαν σημαντική πηγή πρωτεΐνης για τους ανθρώπους του Casarabe.

Εικάζει δε, ότι η λειψυδρία μπορεί να έπαιξε ρόλο στην καταστροφή του πολιτισμού των Casarabe περίπου το 1400 μ.Χ., περισσότερα από 100 χρόνια πριν από την άφιξη των Ισπανών. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το σύστημα διαχείρισης νερού το οποίο στηριζόταν τόσο πολύ στις πλημμύρες ή σε άλλες πηγές νερού, κατέρρευσε κατά τη διάρκεια μιας παρατεταμένης περιόδου ξηρασίας λόγω της αλλαγής του κλίματος.

Ο Μάικλ Χέκενμπεργκερ, ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, ο οποίος δεν συμμετείχε στην έρευνα, αλλά έχει μελετήσει εκτενώς την αρχαιολογία της περιοχής, δήλωσε στο Live Science ότι τα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι οι άνθρωποι του Casarabe ήταν οργανωμένοι σε ένα είδος αστικού συστήματος χαμηλής πυκνότητας.

Επιπλέον, η χρήση του lidar για την αποκάλυψη της έκτασης των οικισμών σε τέτοιες περιοχές αποτελεί σημαντική πρόοδο. «Το Lidar είναι σε θέση να δημιουργήσει μια πραγματικά σαφή συνθετική εικόνα του πώς θα μπορούσε να μοιάζει ένα αστικοποιημένο τοπίο του Αμαζονίου σε πλήρη κλίμακα», δήλωσε ο Χέκενμπεργκερ στο Live Science. «Αυτό είναι ένα πραγματικά αξιοσημείωτο επίτευγμα».

ΠΗΓΗ: Live Science, Smithsonian 

 

www.ertnews.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.