Ανακαλύφθηκε γενετικός παράγοντας που αυξάνει τον κίνδυνο για απώλεια όσφρησης και γεύσης λόγω COVID-19

Έως και 80% των ανθρώπων που είναι θετικοί στον κορoνοϊό αναφέρουν ότι τα φαγητά και τα ποτά έχουν διαφορετική γεύση από το συνηθισμένο ή ότι δεν έχουν γεύση ή ότι δεν μπορούν να μυρίσουν καλά. Αυτό διαρκεί συνήθως για μερικές εβδομάδες. Υπάρχουν όμως και κάποιοι που εξακολουθούν να μη μπορούν να μυρίσουν σωστά για περισσότερο από 6 μήνες μετά τη λοίμωξη.

Στις ΗΠΑ ο αριθμός αυτός υπολογίστηκε περίπου στο 1,6 εκατομμύριο ανθρώπων.

Νέα μελέτη, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο έγκριτο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Nature Genetics, αναφέρει ότι  βρέθηκε συγκεκριμένος γενετικός παράγοντας που αυξάνει τον κίνδυνο για απώλεια όσφρησης και γεύσης λόγω COVID-19.

Με τη χρήση σύγχρονων γενετικών τεχνικών και έξυπνων στατιστικών μοντέλων μελετήθηκαν πολλαπλές πιθανές γενετικές διαφορές μεταξύ εκείνων που έχασαν την αίσθηση της όσφρησης και της γεύσης και εκείνων που τις διατήρησαν. Βρέθηκε ότι ένας συγκεκριμένος γενετικός τόπος κοντά σε δύο οσφρητικά γονίδια, το UGT2A1 και το UGT2A2, σχετίζεται με απώλεια όσφρησης και γεύσης λόγω COVID-19. Αυτός ο γενετικός παράγοντας κινδύνου προσδίδει 11% περισσότερες πιθανότητες σε ένα άτομο με COVID-19 να χάσει την αίσθηση της όσφρησης ή της γεύσης.

Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από σχεδόν 70.000 άτομα που είχαν θετικό τεστ για κορονοϊό και διαπίστωσαν  ότι οι γυναίκες είχαν 11% περισσότερες πιθανότητες από τους άνδρες να αναφέρουν σχετική απώλεια. Επίσης, περίπου 73% αυτών που ανέφεραν απώλεια όσφρησης ή γεύσης ήταν ηλικίας 26-35 ετών.

Οι ερευνητές δεν είναι ακόμη σίγουροι για τους ακριβείς μηχανισμούς. Τυπικά, αυτά τα γονίδια εκφράζονται στον οσφρητικό βλεννογόνο, όπου εμπλέκονται στη διάσπαση χημικών ουσιών και στην επεξεργασία σημάτων που οδηγούν στην αίσθηση της όσφρησης. Φαίνεται ότι οι νευρικές οδοί που προκαλούν όσφρηση ή και γεύση μπορεί γενετικά να είναι υπερλειτουργικές ή υπολειτουργικές σε κάποιους ανθρώπους. Εάν τα κύτταρα, λοιπόν, μολυνθούν από κορονοϊό, η γενετική προδιάθεση καθορίζει σημαντικά την ανθεκτικότητά τους στη μείωση ή παραμόρφωση της ικανότητας γεύσης και όσφρησης.

Αυτή η νέα μελέτη, όπως σημειώνουν οι καθηγητές του ΕΚΠΑ, προτείνει μία διαφορετική γενετική κατεύθυνση και τα ευρήματά της θα μπορούσαν να συμβάλουν ακόμη και στην ανεύρεση νέων θεραπειών.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

www.ertnews.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.