Η καλλιέργεια του μεγαλύτερου και πιο δύσοσμου λουλουδιού στον κόσμο δεν είναι εύκολη υπόθεση

Ένα από τα πιο περίεργα φυτά ξεκινά από έναν σπόρο σε μέγεθος πριονιδιού κάτω από τον φλοιό των ξυλωδών τμημάτων. Μετά από μήνες ή χρόνια -κανείς δεν ξέρει πραγματικά- μπορεί να αναδυθεί ένα παρασιτικό μπουμπούκι σε μέγεθος μπάλας του γκολφ, που δύσκολα διακρίνεται από τον ξενιστή του, το αμπέλι Τετράστιγμα (Tetrastigma).

Ο λόγος για την Ραφλέσια (Rafflesia), ένα ζωηρόχρωμο κοκκινοκίτρινο λουλούδι που αναδίδει μια μυρωδιά σάπιας σάρκας. Σύμφωνα με το National Geographic, τα περίπου 30 γνωστά είδη του γένους Rafflesia που απαντώνται μόνο στα τροπικά δάση της Νοτιοανατολικής Ασίας, απειλούνται από την καταστροφή των οικοτόπων και την παράνομη συγκομιδή για τα αμφισβητήσιμα φαρμακευτικά τους οφέλη. Αρκετά είδη μάλιστα, κινδυνεύουν με εξαφάνιση.

Ως παράσιτο, η Rafflesia περιορίζει τον αριθμό της ώστε να μην κατακλύζει τους ξενιστές της, λέει η Sofi Mursidawati, βοτανολόγος στους Βοτανικούς Κήπους Μπογκόρ, στο νησί της Ιάβας. Αλλά μπροστά στις πιέσεις που ασκούνται από τον άνθρωπο και θέτουν σε κίνδυνο την ύπαρξή της, η Rafflesia, γνωστή και ως λουλούδι-πτώμα, κινδυνεύει με εξαφάνιση. Όταν κάποιο είδος απειλείται με εξαφάνιση, οι συντηρητές σπεύδουν να αναπαράγουν τα τελευταία εναπομείναντα ζώα που βρίσκονται σε αιχμαλωσία. Η Mursidawati είναι η πρώτη βοτανολόγος που έχει καλλιεργήσει λουλούδια ραφλέσια μακριά από τους βιότοπους των τροπικών δασών.

Κολοσσιαίο μυστήριο

Η Rafflesia arnoldii κατέχει το ρεκόρ για το μεγαλύτερο λουλούδι στον κόσμο, με διάμετρο πάνω από ένα μέτρο και βάρος 9 κιλά. Υπάρχουν και άλλα βοτανικά μεγαθήρια τα οποία επίσης μυρίζουν άσχημα, όπως τα είδη του Amorphophallus, που βρίσκονται στην Ασία, την Αφρική και την Αυστραλία. Η δυσοσμία είναι ένα ακαταμάχητο δέλεαρ για τις μύγες που ψάχνουν μέρος για να εναποθέσουν τα αυγά τους.

Σε αντίθεση με τα περισσότερα φυτά, η ραφλέσια δεν έχει βλαστούς, ρίζες ή φύλλα. Ζει εντελώς από τον ξενιστή της, έχοντας «ξεφορτωθεί» το γονίδιο της φωτοσύνθεσης πριν από εκατομμύρια χρόνια.

«Το παζλ γίνεται ολοένα και πιο περίπλοκο», εξηγεί στο National Geographic ο Jeanmaire Molina, βιολόγος φυτών στο Πανεπιστήμιο Long Island στο Μπρούκλιν, ο οποίος έκανε την ανακάλυψη του χαμένου γονιδίου το 2014. «Η μελέτη της ραφλέσια είναι αρκετά δύσκολη, πόσο μάλλον η διατήρησή της».

Ο περίπλοκος κύκλος ζωής και η μυστηριώδης βιολογία του φυτού αυτού, ταλαιπωρούν τους επιστήμονες που θέλουν να αποτρέψουν την εξαφάνισή του. Τα άνθη των λουλουδιών διαθέτουν συνήθως τόσο το αρσενικό μέρος που παράγει γύρη όσο και το θηλυκό που δέχεται την γύρη. Τα άνθη της ραφλέσια διαθέτουν μόνο το ένα μισό του «εξοπλισμού» που απαιτείται για τη γονιμοποίηση.

Η ραφλέσια εφαρμόζει την τεχνική της μίμησης ψοφιμιού, δηλαδή την εξαπάτηση όχι των μελισσών, αλλά των μυγών, ώστε να γίνει η γονιμοποίηση των θηλυκών λουλουδιών με γύρη που προέρχεται από αρσενικά λουλούδια του είδους.

Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο καθώς τα άνθη διαρκούν λιγότερο από μία εβδομάδα, οπότε το χρονικό περιθώριο για επικονίαση είναι πολύ μικρό σε σύγκριση με τη διάρκεια ζωής του φυτού που είναι αρκετοί μήνες ή και χρόνια.

Η Mursidawati δεν έχει επικονιάσει ποτέ με επιτυχία το φυτό με το χέρι, ούτε το έχει αναπαράγει από άγριους σπόρους. Αντ’ αυτού, έχει αναπτύξει μια εναλλακτική μέθοδο: την μεταμόσχευση ιστών από ένα αμπέλι μολυσμένο με ραφλέσια, με ένα άλλο φυτό ξενιστή.

(Rajnesh Sharma)

Αργή καρποφορία

Η ενασχόληση της Mursidawati με την ραφλέσια ξεκίνησε το 2004, όταν επέστρεψε στους Βοτανικούς Κήπους Μπογκόρ μετά την ολοκλήρωση των μεταπτυχιακών σπουδών της στο εξωτερικό. Μετά από έρευνα, αποφάσισε να καλλιεργήσει στο φυτώριο την αυτοφυή Rafflesia patma της Ιάβας.

«Όταν ξεκίνησα, δεν υπήρχε κανείς που ήταν πρόθυμος να εργαστεί με την Rafflesia λόγω των δυσκολιών», λέει στο National Geographic. «Όλοι μου έλεγαν ότι ήταν αδύνατο».

Η Mursidawati πειραματίστηκε και με μια μέθοδο εμβολιασμού που είχε εφαρμοστεί προηγουμένως σε φυτά ορεινής τέφρας στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Αρχικά συνέλεξε δείγματα άγριας ραφλέσια από το φυσικό καταφύγιο Pangandaran, οκτώ ώρες με το αυτοκίνητο από το Μπογκόρ. Για να φτάσει στα φυτά, χρειάστηκε να περπατήσει άλλες τρεις ώρες. Η βοτανολόγος έφερε πίσω σπόρους του φυτού, μοσχεύματα ρίζας ενός Tetrastigma, καθώς και ένα φυτό-ξενιστή. Στη συνέχεια, διεξήγαγε παράλληλες δοκιμές φύτευσης σπόρων, αναβίωσης του πλήρως ανεπτυγμένου φυτού ξενιστή και επίδεσης των μοσχευμάτων της ρίζας για να ευδοκιμήσει το Tetrastigma στο φυτώριο.

Κανένα από τα αρχικά μπουμπούκια των δειγμάτων Tetrastigma δεν επιβίωσε. Το 2006, ένα νέο μπουμπούκι εμφανίστηκε σε ένα από τα φυτά ξενιστές, αλλά μαράθηκε δύο μήνες αργότερα, εξαιτίας της υπερέκθεσής του στο ηλιακό φως, όταν ένας τυφώνας άνοιξε μια τρύπα στο στέγαστρο του φυτωρίου.

Έπρεπε να περάσουν τέσσερα ακόμη χρόνια πριν οι Βοτανικοί Κήποι του Μπογκόρ υποδεχτούν τα πρώτα λουλούδια της ραφλέσιας. Ένα αρσενικό έκανε το ντεμπούτο του στο εμβολιασμένο Tetrastigma, και ένα χρόνο αργότερα, δύο θηλυκά φύτρωσαν στον μεταφυτευμένο ξενιστή. Η Mursidawati ονόμασε τα θηλυκά της Μάργκαρετ και Ελίζαμπεθ, από τη βρετανική βασιλική οικογένεια.

Την τελευταία δεκαετία και μετά από εκατοντάδες δοκιμές, η Mursidawati έχει μεγαλώσει με το χέρι 16 λουλούδια. Αναγνωρίζει ότι οι προσπάθειές της -αν και αποτελούν ένα μεγάλο βήμα για τη βοτανική – είναι ένα μικρό βήμα για τη διατήρηση του είδους. Το ποσοστό θνησιμότητας των μπουμπουκιών είναι 90%. Η βοτανολόγος δεν έχει καταφέρει να καλλιεργήσει άλλα είδη, όπως το Arnoldii, το οποίο βρίσκεται σε ένα κοντινό νησί και είναι πιο εύκολο να συλλεχθεί. Μέχρι στιγμής, τα λουλούδια στον κήπο της δεν έχουν ανθίσει ταυτόχρονα ώστε να γίνει επικονίαση, και κατά συνέπεια, οι σπόροι τους δεν είναι βιώσιμοι.

Η σωστή στρατηγική διατήρησης

Αν και οι προσπάθειες της Mursidawati είναι σημαντικές για τη διατήρηση του είδους, η υπερβολική έμφαση στην καλλιέργεια θα αποσπάσει την προσοχή από το πραγματικό έργο της προστασίας της ραφλέσιας στο φυσικό της περιβάλλον, λέει ο Zulhazman Hamzah, οικολόγος στο Πανεπιστήμιο της Μαλαισίας. Οι περιβαλλοντικές του εκστρατείες ώθησαν την κυβέρνηση να δημιουργήσει ομοσπονδιακά προστατευόμενες περιοχές τροπικών δασών στη Δυτική Μαλαισία, αφού η ομάδα του βρήκε εκεί το συγκεκριμένο φυτό.

Άλλοι ερευνητές όμως, όπως αναφέρει το National Geographic, υποστηρίζουν ότι η καλλιέργεια θα ενισχύσει τις πιθανότητες επιβίωσής του.

«Δεν έχει πραγματικά σημασία πού αναπτύσσεται, αρκεί να προωθείται η διατήρηση αυτού του οργανισμού», λέει ο Molina.

Το φυτό αποτελεί πόλο έλξης για τον τουρισμό και πηγή εσόδων για τους ντόπιους. Είναι επίσης ένα από τα εθνικά λουλούδια της Ινδονησίας. Η απώλεια της ραφλέσιας, λέει η Mursidawati, θα σήμαινε την απώλεια μέρους της εθνικής της ταυτότητας.

Χρειάζεται ιδιαίτερο ψυχικό σθένος για την καλλιέργεια μιας τόσο δύστροπης χλωρίδας όπως η ραφλέσια. Όπως αναφέρει η βοτανολόγος στο National Geographic, ανάμεσα στις εκατοντάδες κληματαριές Tetrastigma που βρίσκονται στο φυτώριο, μόνο τρεις κατάφεραν να παράγουν λουλούδια. Η Mursidawati εξακολουθεί να φροντίζει τα μπουμπούκια και παρόλο που συνήθως εργάζεται μόνη της, δεν νιώθει ποτέ μοναξιά.

«Είναι ευκολότερο να μιλάς με τα φυτά παρά με τους ανθρώπους», λέει, και τελειώνει κάθε μονόπλευρη συνομιλία της με μια προσωπική προσευχή.

 

ΠΗΓΗ: National Geographic

 

 

 

www.ertnews.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.