Η πίστη στην ανθρώπινη εξέλιξη σχετίζεται με τα επίπεδα προκατάληψης και τις ρατσιστικές συμπεριφορές

Η έλλειψη εμπιστοσύνης στην ανθρώπινη εξέλιξη έχει συσχετιστεί με υψηλότερα επίπεδα προκατάληψης, ρατσιστικές συμπεριφορές και υποστήριξη για μεροληπτική συμπεριφορά κατά των έγχρωμων ανθρώπων, των μεταναστών και της LGBTQ κοινότητας στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ομοίως, παγκοσμίως (σε 19 χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, 25 μουσουλμανικές χώρες και το Ισραήλ) η χαμηλή πίστη στην ανθρώπινη εξέλιξη έχει συνδεθεί με υψηλότερες προκαταλήψεις εντός της ομάδας ενός ατόμου, προκαταλήψεις απέναντι σε άτομα διαφορετικών ομάδων και λιγότερη υποστήριξη για επίλυση συγκρούσεων.

Σύμφωνα με το Phys.org, τα ευρήματα υποστήριξαν την υπόθεση του κύριου συγγραφέα, Στυλιανού Συρόπουλου, διδακτορικού φοιτητή στο Εργαστήριο Πολέμου και Ειρήνης του Bernhard Leidner, αναπληρωτή καθηγητή κοινωνικής ψυχολογίας.

Συνεργάστηκαν με τον Uri Lifshin του Πανεπιστημίου Reichman στο Ισραήλ και τους Jeff Greenberg και Dylan Horner από το Πανεπιστήμιο της Αριζόνα στο Tucson. Οι ερευνητές θεώρησαν ότι η εξελισσόμενη πίστη θα έτεινε να αυξήσει την ταύτιση των ανθρώπων με όλη την ανθρωπότητα, λόγω της κοινής καταγωγής τους, και να οδηγήσει σε λιγότερες επιβλαβείς συμπεριφορές.

«Οι άνθρωποι που αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους περισσότερο σαν ζώα είναι επίσης άνθρωποι που τείνουν να έχουν πιο φιλοκοινωνικές ή θετικές στάσεις προς μέλη εκτός της ομάδας τους ή προς άτομα από στιγματισμένο και περιθωριοποιημένο υπόβαθρο», εξηγεί ο Συρόπουλος.

«Σε αυτή την έρευνα, μας ενδιέφερε να εξετάσουμε εάν η πίστη στην ανθρώπινη εξέλιξη θα ενεργούσε επίσης με παρόμοιο τρόπο, καθώς θα ενίσχυε αυτή την πεποίθηση ότι μοιάζουμε περισσότερο με ζώα», συνέχισε ο διδακτορικός φοιτητής.

Σε οκτώ μελέτες που αφορούσαν διαφορετικά μέρη του κόσμου, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από την Αμερικανική Γενική Κοινωνική Έρευνα (GSS), το Ερευνητικό Κέντρο Pew και τρία διαδικτυακά δείγματα που συλλέχθηκαν από την κοινότητα. Κατά τον έλεγχο της υπόθεσής τους σχετικά με τις συσχετίσεις διαφορετικών επιπέδων εξελισσόμενης πίστης, έλαβαν υπόψη την εκπαίδευση, την πολιτική ιδεολογία, τη θρησκευτικότητα, την πολιτιστική ταυτότητα και την επιστημονική γνώση.

«Έχουμε βρει τα ίδια αποτελέσματα κάθε φορά, πράγμα που σημαίνει ότι η πίστη στην εξέλιξη δείχνει λιγότερες προκαταλήψεις, ανεξάρτητα από την ομάδα που ανήκετε», λέει ο Συρόπουλος.

Για παράδειγμα, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, καθώς και η πολιτική ιδεολογία, έχουν μετρηθεί χωριστά από τις εξελισσόμενες πεποιθήσεις ή τη δυσπιστία, σημειώνουν οι ερευνητές. «Ακόμη κι αν κάποιος θεωρεί τη θρησκεία σημαντικό μέρος της ζωής του, η εξελισσόμενη πίστη αναφέρεται σε λιγότερες προκαταλήψεις, ανεξάρτητα από την πίστη ή την έλλειψη αυτής, στον Θεό ή σε μια συγκεκριμένη θρησκεία», λέει ο Συρόπουλος.

«Αυτό το αποτέλεσμα και το πρότυπο φαίνεται να υπάρχουν σε όλα τα μεγάλα πολιτικά συστήματα. Είναι σε μεγάλο βαθμό ένα ανθρώπινο φαινόμενο, ανεξάρτητα από το πού βρίσκεστε στον κόσμο», πρόσθεσε ο Bernhard Leidner.

Οι ερευνητές σημειώνουν ότι η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, που αναπτύχθηκε τον 19ο αιώνα, έχει αναφερθεί στο παρελθόν ως ευνοϊκή για τον ρατσισμό, τις προκαταλήψεις και την ομοφοβία, εν μέρει λόγω της φράσης «επιβίωση του ισχυρότερου» που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη διαδικασία της φυσικής επιλογής.

«Υπήρξαν θεωρητικές αναφορές που προβλέπουν το αντίθετο από αυτό που ανακαλύψαμε, επομένως ήταν ενδιαφέρον για εμάς να δείξουμε ότι αυτό δεν συμβαίνει, ότι ισχύει το αντίθετο και ότι η πίστη στην ανθρώπινη εξέλιξη φαίνεται να έχει αρκετά θετικά αποτελέσματα», λέει. Λέιντνερ.

Ο Συρόπουλος υποθέτει ότι μια εξελισσόμενη πίστη μπορεί να διευρύνει τον «ηθικό κύκλο» των ανθρώπων, κάτι που οδηγεί στην αίσθηση ότι «έχουμε περισσότερα κοινά από πράγματα που μας ξεχωρίζουν».

Τα ευρήματα υποδηλώνουν επίσης ότι «η μάθηση για την ανθρώπινη εξέλιξη φαίνεται να έχει παρενέργειες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια καλύτερη ή πιο αρμονική κοινωνία», προσθέτει ο Leidner.

Το επόμενο βήμα, λένε οι ερευνητές, είναι να διερευνηθεί πώς διδάσκεται η εξέλιξη στην τάξη και να εργαστεί για την ανάπτυξη μοντέλων για τη μελέτη και την ενίσχυση των θετικών επιπτώσεων.

Η έρευνα διεξήχθη από το Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης Amherst και δημοσιεύτηκε στο «Journal of Personality and Social Psychology».

Μετάφραση: Μιχαέλα Λαμπρινίδου

www.ertnews.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.