Ο Μποτίνος και ο ποδοσφαιρικός Μεσαίωνας των 60s

Οι βιογραφίες των επιφανών ποδοσφαιριστών αρχίζουν, σχεδόν όλες, με τον ίδιο τρόπο. Στο «μια φορά και έναν καιρό» αυτών των παραμυθιών που γράφτηκαν από τη ζωή, κι όχι από την ανθρώπινη φαντασία, διαβάζουμε, συνήθως, για κάποιο αγόρι που ονειρευόταν να γίνει σπουδαίος παίκτης, να μοιάσει στο ίνδαλμά του και -με όχημα την τέχνη του στην μπάλα- να ξεφύγει από τη φτώχεια και τη μιζέρια. Που τα κατάφερε, δείχνοντας σε όλους μας πως τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο. Αλλά η ιστορία του Βασίλη Μποτίνου, που «έφυγε» την Τετάρτη νικημένος από τον κορονοϊό, είναι πολύ διαφορετική. Από την αρχή μέχρι το τέλος της.
Ο «αέρινος» εξτρέμ των ’60s δεν είχε ονειρευτεί να παίξει στον Ολυμπιακό και την Εθνική Ελλάδος. Δεν είχε, καν, σκεφτεί να γίνει ποδοσφαιριστής. Σκόπευε να τελειώσει το Γυμνάσιο και, στη συνέχεια, να σπουδάσει στη Γεωπονική Σχολή της του ΑΠΘ. Από σπορ αγαπούσε τον στίβο, και είχε ταλέντο στα άλματα. Στο γήπεδο τον τράβηξε η παρέα του Βόλου -όλοι του οι φίλοι έπαιζαν μπάλα- και τον κράτησε η ανάγκη για βιοπορισμό. Μόνο που ο Μποτίνος, αν και εξελίχθηκε σε σπουδαίο παίκτη, πέθανε πιο φτωχός από ό,τι γεννήθηκε. Βασανισμένος και πικραμένος. Η εξιστόρηση της ζωής του είναι, συγχρόνως, και μια περιγραφή του ποδοσφαιρικού Μεσαίωνα στην Ελλάδα εκείνης της εποχής.
Υπέγραψε το πρώτο του δελτίο το 1958, στον Εθνικό Βόλου. Ήταν, μόλις, 14 ετών. Τόσο λεπτοκαμωμένος, που στην πρώτη του προπόνηση (με τη δεύτερη ομάδα) ο φύλακας τον κυνήγησε για να τον πετάξει έξω από το γήπεδο. Δεν του «γέμισε το μάτι» για ποδοσφαιριστής. Αλλά ο «Ιταλός» (είχε ιταλική καταγωγή από την πλευρά του πατέρα του) δεν άργησε να αποκτήσει εξαιρετική φήμη. Πριν κλείσει τα 18, όλη η χώρα είχε μάθει για τα προσόντα του. Και το 1964 πήρε μεταγραφή, από τον Ολυμπιακό Βόλου στον Ολυμπιακό Πειραιώς.
Αγαπήθηκε, αμέσως, από τους οπαδούς. Από το πρώτο του, κιόλας, επίσημο παιχνίδι (Ολυμπιακός – Προοδευτική, στις 6 Δεκεμβρίου 1964 στο «Καραϊσκάκη»). Ήταν απίθανος παίκτης. Τα είχε όλα: ντρίμπλα, ταχύτητα, ευελιξία, άλμα, κεφαλιά, σουτ. Ήταν και δεινός σκόρερ. Τα 120 γκολ που πέτυχε σε 170 συμμετοχές, είναι επίδοση απίστευτη για ακραίο «κυνηγό». Οι κάπως απρόβλεπτες κινήσεις του έκαναν τη ζωή των αμυντικών, που προσπαθούσαν να τον σταματήσουν, ακόμη πιο δύσκολη. Είχε δύναμη και αντοχή υπεραθλητή, κάτι σπάνιο για ποδοσφαιριστή εκείνη την εποχή.
Το μόνο του μειονέκτημα ήταν τα νεύρα του. Του ήταν αδύνατο να τα συγκρατήσει. Α, ναι. Και η κατάχρηση ντρίμπλας που έκανε. Ο αστικός μύθος αναφέρει πως ο Νίκος Γουλανδρής, ακούγοντας τον Μπούκοβι να του ζητάει διαρκώς να παίζει πιο ομαδικά, του είχε τάξει μπόνους 2.000 δραχμών για κάθε πάσα που θα έδινε έπειτα από μια δυο ντρίμπλες. Τα είχε ανάγκη τα χρήματα, όμως εκείνος προσπαθούσε να περάσει όλη την αντίπαλη ομάδα μόνος του. Η δικαιολογία του προς τον (εξοργισμένο) πρόεδρο ήταν, πάντα, η ίδια: «Δεν μπορούσα να χαλάσω το χατίρι του κόσμου…».
Οι παράγοντες του Ολυμπιακού «έτριβαν τα χέρια τους» από ικανοποίηση, που είχαν βρει έναν τέτοιο «παιχταρά» σχεδόν τσάμπα. Αλλά οι τσέπες του Μποτίνου, ποτέ δεν γέμισαν. Ιδίως η πρώτη του χρονιά στον Πειραιά ήταν πολύ δύσκολη. Έμενε σε άθλια ξενοδοχεία, στην πλατεία Κοτζιά και στο Μοσχάτο, και υποσιτιζόταν. Ο Γιώργος Σιδέρης τον λυπήθηκε, και τον έστειλε στον αδελφό του για να τον φιλοξενήσει. Αργότερα νοίκιασε ένα μικρό σπιτάκι μαζί με δύο συμπαίκτες του.
Στην Εθνική αγωνίστηκε μόνο 12 φορές. Έπαιξαν ρόλο και τα πολιτικά του φρονήματα, αλλά -κυρίως- ότι δεν δίσταζε να «επιτίθεται», απροκάλυπτα, στους ανθρώπους που από το 1967 η Χούντα είχε τοποθετήσει στις διοικήσεις όλων των ομάδων για να τις ελέγχει. Σε ένα από αυτά τα λιγοστά του ματς με το εθνόσημο (Ελλάδα – Ελβετία 4-1, το 1969 στο «Καυτανζόγλειο») σκοράρει ένα απίθανο γκολ με κεφαλιά. Έχει κάνει τέτοιο άλμα, που το κεφάλι του έφτασε 30 πόντους ψηλότερα από τα σηκωμένα χέρια του Ελβετού γκολκίπερ! Ένα μήνα αργότερα, που ταξίδεψε στη Ζυρίχη, είδε πόστερ – φωτογραφία αυτής της φάσης κρεμασμένο σε κεντρική πλατεία.
Μερικές μέρες μετά το συγκεκριμένο παιχνίδι, τρεις γερμανικοί σύλλογοι τον ζήτησαν από τον Ολυμπιακό, όμως οι Πειραιώτες αρνήθηκαν να τον παραχωρήσουν. Στον ίδιο τον παίκτη είχαν προσφέρει συμβόλαιο με ετήσιες αποδοχές 12.000.000 δραχμών, όμως ο Μποτίνος έμεινε στην Ελλάδα και εξακολούθησε να αμείβεται με 9.000 δραχμές το μήνα. Ενα χρόνο πριν, το 1968, είχε ενδιαφερθεί γι’ αυτόν η Σταντάρ Λιέγης. Αλλά και πάλι, ο Ολυμπιακός απάντησε αρνητικά.
Τον Απρίλιο του 1970 ο παίκτης «εξαφανίζεται». Οι άνθρωποι του Ολυμπιακού τον εντοπίζουν στο σπίτι συγγενών του στη Γερμανία. Είναι αποφασισμένος να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο. Του τάζουν ένα διαμέρισμα και μια γενναία αύξηση αποδοχών, κι εκείνος τους πιστεύει. Επιστρέφει στην Ελλάδα. Κι έπειτα από απραξία 8 μηνών, τον Δεκέμβριο, παθαίνει βαριά θλάση στο πόδι. Οι γιατροί του χορηγούν κορτιζόνη, και τον Ιανουάριο του 1971 του επιτρέπουν να αγωνιστεί ξανά. Έγκλημά. Στον αγώνα Βέροια – Ολυμπιακός κόβεται ο ένας μυς από τον τετρακέφαλο του δεξιού του ποδιού. Η καριέρα του έχει, ουσιαστικά, τελειώσει. Στα 26 του χρόνια. Το διαμέρισμα και την αύξηση, δεν τα είδε ποτέ.
Ο διορισμένος από τη Χούντα τοποτηρητής δεν επιτρέπει στον Ολυμπιακό να του προσφέρει την παραμικρή βοήθεια. Μόνον ο Φέρεντς Πούσκας, προπονητής του Παναθηναϊκού τότε, ενδιαφέρθηκε γι’ αυτόν. Τον πήγε στον γιατρό της Ρεάλ Μαδρίτης που, όλως τυχαίως, βρισκόταν στην Αθήνα. Κι εκείνος έκρινε ότι έπρεπε να τον χειρουργήσει. Ο Μποτίνος ταξίδεψε στην Ισπανία με χρήματα που συγκέντρωσε η λέσχη φίλων του Παναθηναϊκού -ποιος θα το φανταζόταν στις μέρες μας-, επέστρεψε υγιής, όμως φαίνεται πως η μετεγχειρητική αποκατάσταση δεν έγινε σωστά.
Η σεζόν 1971-1972 τον βρίσκει στον Παναιγιάλειο, στη Β’ Εθνική. Η επόμενη, στον Πανιώνιο. Του έκαναν πρόταση να παραμείνει για άλλον ένα χρόνο στη Νέα Σμύρνη, όμως ο παίκτης αρνήθηκε. Ακόμη του χρωστούσαν τα χρήματα της προηγούμενης χρονιάς. Έτσι, γράφτηκε -οριστικά- ο πικρός επίλογος. Αντί να κερδίσει από την μπάλα, αυτός ο υπέροχος παίκτης βρέθηκε, στα 30 του, άφραγκος. Ένα σπίτι που είχε αγοράσει στο Μοσχάτο, αναγκάστηκε να το πουλήσει. «Έφυγε» με παράπονο. Μόνο η αγάπη τον παρηγορούσε, εκείνων που τον είχαν θαυμάσει στα γήπεδα. Μέχρι πέρυσι, άγνωστοι που τον αναγνώριζαν στο δρόμο, φίλοι του Ολυμπιακού κυρίως, τον καλούσαν τις Κυριακές στο σπίτι τους για να μοιραστούν μαζί του το οικογενειακό τραπέζι.

Πηγή fantomas.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.