«Τέλος εποχής» με το ΔΝΤ

Η Ελλάδα, μετά από δέκα σχεδόν χρόνια, παύει να θεωρείται
από το ΔΝΤ ως χώρα ειδικού ενδιαφέροντος. Αυτό αυτομάτως σημαίνει ότι από την
πλευρά του Ταμείου τουλάχιστον, η περίοδος της ιδιαίτερα αυστηρής επιτήρησης
της ελληνικής οικονομίας φτάνει στο τέλος της. Και είναι και ένα δυνατό «σήμα»
στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, ότι η Ελλάδα γίνεται πλέον μία «φυσιολογική»
χώρα, και έχει μπει στο δρόμο για την επιστροφή στην περιβόητη «κανονικότητα».
Από που προκύπτουν όλα τα παραπάνω; Μα φυσικά από το γεγονός ότι το γραφείο
του ΝΔΤ στην Αθήνα κλείνει. Το ανακοίνωσε εξάλλου επισήμως ο ίδιος ο
πρωθυπουργός μετά την κατ’ ιδίαν
συζήτησή του με τη γενική διευθύντρια του Ταμείου Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα. Σύμφωνα
με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η σχετική απόφαση πάρθηκε από κοινού, και δεν
σημαίνει βεβαίως ότι δεν θα συνεχιστεί η συνεργασία μεταξύ της ελληνικής
κυβέρνησης και του ΔΝΤ. Ωστόσο, η Ελλάδα πλέον έχει εξέλθει από το αυστηρό
πλαίσιο εποπτείας του Ταμείου.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Πρόκειται για μία συμβολική κίνηση αναμφισβήτητα, με επικοινωνιακό
χαρακτήρα. Άλλωστε το ΔΝΤ παραμένει στο ρόλο του τεχνικού συμβούλου που έχει
στο πλαίσιο της Ενισχυμένης Εποπτείας μέχρι το 2022. Όμως σε καμμία περίπτωση
δεν πρέπει να υποτιμάται, διότι δείχνει ξεκάθαρα ότι η ελληνική οικονομία
«αλλάζει σελίδα». Και είναι μια εξέλιξη που σίγουρα θα λάβουν υπ’ όψιν τους οι
ξένοι διαχειριστές κεφαλαίων, σε μια περίοδο μάλιστα, που οι εξελίξεις στην
εγχώρια αγορά ομολόγων, είναι ιδιαίτερα θετικές τους τελευταίους μήνες.

Το ζήτημα τώρα είναι τι θα γίνει από τώρα και στο εξής. Υπενθυμίζεται ότι μετά από την πρόωρη εξόφληση 2,7 δισ. ευρώ από τα δάνεια
που πήρε η Ελλάδα από το ΔΝΤ, στο πλαίσιο των δύο πρώτων μνημονίων, το χρέος
προς το Ταμείο περιορίζονται σε περίπου 5,3 δισ. ευρώ, αλλά μέχρι το τέλος του
2020, θα έχει περιοριστεί στα 3 δισ. ευρώ. Και αυτό διότι το υπουργείο
Οικονομικών και ο ΟΔΔΗΧ έχουν εντάξει στον προγραμματισμό της χρονιάς την
πρόωρη εξόφληση άλλων 2-2,5 δισ. ευρώ προς το ΔΝΤ.

Σύμφωνα και με
δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών κ. Χρήστου Σταϊκούρα στο πρακτορείο Reuters, η Ελλάδα εξετάζει την πρόωρη
αποπληρωμή και άλλων δανείων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) το επόμενο
έτος για να απαλλαχθεί από το ακριβό χρέος της. Ξεκαθάρισε πάντως ότι, η νέα
πρόωρη αποπληρωμή θα πρέπει να φθάνει έως ένα συγκεκριμένο ποσό που θα
επιτρέπει στο ΔΝΤ να διατηρήσει την παρουσία του στην Ελλάδα έως το τέλος της
περιόδου μεταμνημονιακής εποπτείας.

Το παρασκήνιο της δήλωσης

Το παρασκήνιο που κρύβεται πίσω από αυτή τη δήλωση έχει ως εξής. Η κυβέρνηση ασφαλώς και επιθυμεί την πλήρη έξοδο του ΔΝΤ από την Ελλάδα, και οι επισκέψεις των κλιμακίων του στην Αθήνα να περιοριστούν μόνο στο πλαίσιο των εκθέσεων του άρθρου 4 του Ταμείου, που συντάσσει ούτως ή άλλως για τα κράτη-μέλη του.Η επιδίωξη αυτή περνάει και μέσα από την πρόωρη αποπληρωμή του συνόλου του χρέους προς το ΔΝΤ, με τη χρήση του ταμειακού αποθέματος περίπου 30 δισ. ευρώ. Ωστόσο, οι κοινοτικοί θεσμοί είναι δύσκολο να δώσουν τη συγκατάθεσή τους σε κάτι τέτοιο, από τη στιγμή που τόσο ο ESM, όσο και ευρωπαϊκές χώρες, με προεξάρχουσα τη Γερμανία, επιθυμούν να παραμείνει το ΔΝΤ ως τεχνικός σύμβουλος μέχρι το τέλος της μεταμνημονιακής εποπτείας, ως πρόσθετος «μοχλός πίεσης» προς την Ελλάδα για την εφαρμογή των προαπαιτούμενων δράσεων, που έχουν συμφωνηθεί.

Το «mea culpa» του Ταμείου και οι πολιτικές που κόστισαν

Σε κάθε περίπτωση,
κλείνει για τη χώρα ένας δεκαετής κύκλος, ο οποίος σημαδεύτηκε από τα απανωτά
σκληρά προγράμματα λιτότητας που εφαρμόστηκαν μέσω των τριών μνημονίων, και τα
οποία είχαν τη σφραγίδα του ΔΝΤ. Θυμίζουμε ότι την ενεργό εμπλοκή του Ταμείου
στην ελληνική κρίση, και κατ’ επέκτασιν στις ευρωπαϊκές υποθέσεις, την επέβαλε
στην ουσία η Γερμανία. Και κάπως έτσι η
Ευρωπαϊκή Ένωση, η ΕΚΤ) και το ΔΝΤ σχημάτισαν την περίφημη «τρόικα», για την
συμμετοχή της σε έναν χρηματοπιστωτικό μηχανισμό στήριξης της Ελλάδας.

Το «φάρμακο» για
την ελληνική κρίση τότε κρίθηκε ότι ήταν η ταχεία δημοσιονομική προσαρμογή, που
θεωρήθηκε ότι ήταν αναπόφευκτη. Το ΔΝΤ, ως «υπερεπόπτης» πέτυχε να επιβάλει την
δική του πολιτική, η οποία στηριζόταν στην
εσωτερική υποτίμηση μέσω των μεταρρυθμίσεων της αγορές εργασίας και προϊόντων.
Για τον σκοπό αυτόν αποφασίστηκαν μέτρα της η μείωση των ονομαστικών μισθών και
επιδομάτων στο Δημόσιο, η μείωση των κατώτατων αποδοχών, η μεταρρύθμιση του
συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων, η προώθηση των αποκρατικοποιήσεων, η
μείωση της γραφειοκρατίας και η προώθηση του ανταγωνισμού.

Από το 2010 πέρασαν αρκετά χρόνια, για να παραδεχθεί το ίδιο το ΔΝΤ ότι η
οικονομική συνταγή ήταν τελικά λανθασμένη. Δεν έφτανε όμως το «mea culpa» του Ταμείου, για να γίνουν
πιο αποτελεσματικά τα προγράμματα διαρθρωτικής και δημοσιονομικής προσαρμογής
στην Ελλάδα. Πάντως, ακόμη και γνωστός και μη εξαιρετέος Πολ Τόμσεν, πρώην
υπεύθυνος του Ταμείου για το ελληνικό πρόγραμμα και επικεφαλής στο ευρωπαϊκό
τμήμα του ΔΝΤ, έφτασε στο σημείο να παραδεχθεί, κατόπιν εορτής φυσικά, τα λάθη
του Ταμείου. Ειδικότερα, το 2019, δήλωνε σε ομιλία του στο London School of Economics:

«Το 2010 υποθέσαμε ότι η Ελλάδα θα χρειαζόταν οκτώ χρόνια για να επιστρέψει
στα προ κρίσης επίπεδα. Το αποτέλεσμα ήταν πολύ χειρότερο. Σήμερα, σχεδόν δέκα
χρόνια αργότερα, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι ακόμα 22% κάτω από το προ κρίσης
επίπεδο. Αν χρησιμοποιήσουμε την πρόβλεψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, θα πάρει
έως το 2031 για να επιστρέψει η Ελλάδα στα προ κρίσης επίπεδα. Αν πάρουμε την
πρόβλεψη του ΔΝΤ, θα πάρει δυο-τρία χρόνια περισσότερο. Άρα σαφώς έχουμε πολλές
εξηγήσεις να δώσουμε».

Ας δούμε όμως τι λέει το
ίδιο το ΔΝΤ, στις διάφορες εκθέσεις που έχει εκδώσει για το θέμα αυτό. Ειδικότερα,
το Ταμείο παραδέχεται τα λάθη και αστοχίες που έκανε στο
πρόγραμμα στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στην καθυστέρηση της αναδιάρθρωσης του χρέους,
κάτι που, όπως ομολογεί, υπονόμευσε της προοπτικής ανάκαμψης της ελληνικής
οικονομίας. Επιπλέον το ΔΝΤ έχει αναφερθεί στους παράγοντες που οδήγησαν στην
αποτυχία ουσιαστικά των προγραμμάτων του στην Ελλάδα, οι οποίοι είναι:

  • Ο εσφαλμένος τρόπος
    προσέγγισης σε αρχικό στάδιο του προβλήματος της βιωσιμότητας του ελληνικού
    χρέους
  • Η δυσανάλογη έμφαση που
    δόθηκε στη δημοσιονομική προσαρμογή
  • Οι υπεραισιόδοξες
    εκτιμήσεις για τα μακροοικονομικά μεγέθη

Πιο αναλυτικά, και ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την
αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, το ΔΝΤ έχει παραδεχθεί με σαφήνεια ότι η
καθυστέρηση σε αυτό το θέμα λειτούργησε σαν σανίδα σωτηρίας για της τράπεζες της
ευρωζώνης, καθώς την κρίσιμη διετία 2011-2012 η χώρα της αποπλήρωσε ομόλογα
αξίας 50 δις. ευρώ, τα οποία βρισκόταν ως επί το πλείστον στη δικαιοδοσία
ευρωπαϊκών τραπεζών. Επιπλέον, το Ταμείο έχει αναγνωρίσει, ότι η καθυστέρηση της
αναδιάρθρωσης υπονόμευσε τόσο της προοπτικές ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας
όσο και την ίδια την αποτελεσματικότητα του «κουρέματος» του χρέους (PSI) που
έγινε το 2012. Η συγκεκριμένη εξέλιξη οφειλόταν της φόβους για μια συνολική
διάχυση της κρίσης στην Ευρωζώνη, κάτι που της τελικά δεν αποφεύχθηκε.

Συν τοις άλλοις, το ΔΝΤ έχει παραδεχθεί ότι οι προβλέψεις του για την ανάπτυξη στην Ελλάδα ήταν υπερβολικά αισιόδοξες και ότι το σφάλμα αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υποτιμηθεί ο αντίκτυπος της δημοσιονομικής προσαρμογής στην πορεία του ΑΕΠ και του δημοσίου χρέους. Αν ωστόσο οι προβλέψεις του Ταμείου εδράζονταν σε μια πιο ρεαλιστική βάση, το ΔΝΤ θα είχε θέσει την άμεση αναδιάρθρωση του χρέους ως βασική προϋπόθεση για τη συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα. Τέλος, σε ό,τι αφορά τον τραπεζικό τομέα, το Ταμείο έχει επισημάνει ότι, παρά το γεγονός πως η χρηματοπιστωτική σταθερότητα ήταν στο επίκεντρο των προγραμμάτων του, το ποσοστό των «κόκκινων» δανείων κατά μέσο όρο αυξήθηκε κατά 10,5% σε μια σειρά από χώρες της η Ελλάδα, η Κύπρος, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία. Από το παράδειγμα αυτών των χωρών, το ΔΝΤ αντλεί το δίδαγμα ότι η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά τη διάρκεια της υλοποίησης των προγραμμάτων εμπεριέχει μια σειρά από προκλήσεις.

Γιατί χρειάστηκε μία δεκαετία προσαρμογής

Σε πρόσφατη μελέτη του, το τμήμα οικονομικών μελετών της Eurobank είχε επίσης επισημάνει μια κρίσιμα λάθη πολιτικής που συνετέλεσαν στο να
διαρκέσει η κρίση τόσο πολύ και να έχει τόσο καταστροφικές οικονομικές,
χρηματοοικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Το κόστος και η διάρκεια της
προσαρμογής μεγεθυνθήκαν αχρείαστα λόγω αυτών των λαθών πολιτικής και σοβαρών
παρανοήσεων που έγιναν, είτε από την Ελλάδα είτε από τους επίσημους πιστωτές.
Σύμφωνα λοιπόν με την εν λόγω μελέτη:

Η απουσία πειστικής δέσμευσης μέρους της πολιτικής
ηγεσίας στο να γίνει «οτιδήποτε απαιτείται» για να αντιμετωπιστούν τα
συσσωρευόμενα προβλήματα της χώρας, σε συνδυασμό με τον χαμηλό βαθμό πολιτικής
και κοινωνικής κυριότητας των αναγκαίων και μεγάλων μεταρρυθμίσεων και ενίοτε
την αντίσταση σε αυτές, χωρίς όμως ένα συγκροτημένο εναλλακτικό σχέδιο αποκατάστασης
της κανονικότητας στη χώρα.

Με δισταγμό

Η εφαρμογή των προγραμμάτων προσαρμογής ήταν ενίοτε
διστακτική ενώ το πρώτο εξάμηνο του 2015 έγινε η επιλογή της ανοιχτής
σύγκρουσης με τεράστιο κόστος. Συχνά, ο πολιτικός διάλογος εκτρεπόταν σε διαγκωνισμό
για βραχυχρόνιο πολιτικό κέρδος με όχημα λαϊκιστικές και αντι-μεταρρυθμιστικές
πολιτικές. Οι πολίτες οδηγήθηκαν να πιστέψουν ότι υπήρχε διαθέσιμη κάποια
ηπιότερη εναλλακτική, με μικρότερο κοινωνικό και οικονομικό κόστος. Αυτά τα
φαινόμενα οδήγησαν σε σοβαρές καθυστερήσεις και υπαναχωρήσεις στην εφαρμογή των
μεταρρυθμίσεων και των απαιτούμενων μέτρων και υπονόμευσαν την εμπιστοσύνη των
πολιτών και των αγορών στο πρόγραμμα.

Από κει και πέρα, η Ευρώπη ήταν απροετοίμαστη για την
αντιμετώπιση τραπεζικών και δημοσιοοικονομικών κρίσεων καθώς δε διέθετε το
θεσμικό και νομικό πλαίσιο, τους μηχανισμούς και την εμπειρία για την
αποτελεσματική αντιμετώπισή τους. Επιπλέον,τα οικονομικά υποδείγματα και οι υποθέσεις που εφαρμόστηκαν από τους
επίσημους πιστωτές, όπως άλλωστε έχει παραδεχθεί και το ΔΝΤ είχαν σε κάποιες
περιπτώσεις θεμελιώδη ελαττώματα: χρησιμοποιήθηκαν χαμηλοί δημοσιονομικοί
πολλαπλασιαστές και δεν συνυπολογίστηκε η επίδραση της απώλειας εμπιστοσύνης
και των καθυστερήσεων, με αποτέλεσμα να υποτιμηθεί η υφεσιακή επίδραση της
δημοσιονομικής προσαρμογής, το δε μείγμα των μέτρων που επιλέχτηκε διεύρυνε
περαιτέρω την υφεσιακή επίδραση.

Επιπλέον, υποτιμήθηκε ο πολιτικός κίνδυνος. Δεν
εκτιμήθηκε η σημασία της πολιτικής σταθερότητας, της αποτελεσματικότητας και
ανεξαρτησίας των θεσμών και της ξεκάθαρης κατεύθυνσης της οικονομικής πολιτικής
στην επενδυτική εμπιστοσύνη και τα risk premia. Επίσης, ο κακός συντονισμός, οι
εντάσεις και οι διαφωνίες μεταξύ των θεσμών των δανειστών καθυστέρησαν τη λήψη
αποφάσεων σχετικά με βασικές πρωτοβουλίες πολιτικής ή οδήγησαν σε
αναποτελεσματικούς συμβιβασμούς.

Καθυστέρηση

Εξάλλου, τα προγράμματα προσαρμογής δεν επικεντρώθηκαν
αρχικά στην ανάγκη εμπροσθοβαρών φιλοαναπτυξιακών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
Τα μέτρα για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και την εξυγίανση της δημόσιας
διοίκησης και των δαπανών, την απελευθέρωση των αγορών προϊόντων και υπηρεσιών
και τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης καθυστέρησαν, γεγονός που επιδείνωσε
το οικονομικό και κοινωνικό κόστος της προσαρμογής, κυρίως λόγω του ότι η
δημοσιονομική προσαρμογή στηρίχθηκε στην υπέρμετρη φορολογική επιβάρυνση και
την οριζόντια μείωση μισθών και συντάξεων. Επιπλέον, το πρόγραμμα
ιδιωτικοποιήσεων ξεκίνησε με μεγάλη καθυστέρηση και τα αποτελέσματά του ακόμη
είναι περιορισμένα.

Η δημοσιονομική κρίση και οι ανισορροπίες του ισοζυγίου
τρεχουσών συναλλαγών επετράπη να διαχυθούν στον τραπεζικό τομέα και να
επιμολύνουν την εμπιστοσύνη καταθετών και επενδυτών, μετατρέποντάς τους σε
μεγάλους επιταχυντές της κρίσης. Το μη βιώσιμο δημόσιο χρέος της Ελλάδας δεν
αναδιαρθρώθηκε στα πρώτα στάδια της κρίσης, μια πρωτοβουλία που θα μπορούσε να
είχε συγκρατήσει τη δυναμική του χρέους, χαλαρώνοντας έτσι το βάρος των μέτρων
λιτότητας. Αυτό έγινε, όχι μόνο από τον φόβο του ηθικού κινδύνου (moral
hazard), αλλά και για την προστασία των ευρωπαϊκών τραπεζών οι οποίες είχαν
σημαντική έκθεση σε ελληνικό πιστωτικό κίνδυνο, και την προστασία της υπόλοιπης
Ευρωζώνης από τη μετάδοση της ελληνικής κρίσης.

Αρνητική επίδραση

Τέλος, τα προγράμματα προσαρμογής δεν μπόρεσαν να
υπολογίσουν σωστά την αρνητική επίδραση από τη σοβαρή απομείωση του πλούτου των
νοικοκυριών και των επιχειρήσεων (negative wealth effect) που προέκυψε από την
πτώση των τιμών των ακινήτων, των μετοχών, των ομολόγων και των παραγωγικών
συντελεστών και την επακόλουθη επίπτωση αυτής στις προσδοκίες και την
οικονομική εμπιστοσύνη. Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της κρίσης στο δυνητικό
ΑΕΠ υποεκτιμήθηκαν. Το υπόδειγμα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας προ κρίσεως
ήταν μη βιώσιμο και εσφαλμένα θεωρήθηκε ότι η διόρθωση των μακροοικονομικών
ανισορροπιών θα αρκούσε για την αντιστροφή της υφεσιακής επίπτωσης της
προσαρμογής. Ωστόσο, τα λάθη στο σχεδιασμό των προγραμμάτων και η κρίση εμπιστοσύνης
οδήγησαν σε επιμήκυνση της κρίσης και μια πιο μακροχρόνια απαξίωση του
κεφαλαιουχικού αποθέματος της ελληνικής οικονομίας, σημαντική μείωση του
εργατικού δυναμικού (εν μέρει εξαιτίας της αύξησης της μετανάστευσης νέων
Ελλήνων κι επαγγελματιών στο εξωτερικό) και μείωση της συνολικής
παραγωγικότητας των συντελεστών.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *